Το κλασικό και το ρομαντικό στην πνευματική ζωή

Δημοσιεύτηκε στις 06/05/2017 στην κατηγορία Κληρονομιά

του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (*)

Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν φυσικότατο να είναι ολοκάθαροι κλασικοί, ενώ οι μεταχριστιανικοί Ευρωπαίοι δε μπορούσαν και δεν έπρεπε νάναι τέτοιοι. Οι Έλληνες είναι οι πρώτοι άνθρωποι στον κόσμο, που διακρίνανε το κάθε τι από το κάθε τι. Όλες βέβαια οι δυνάμεις ζούσαν στον κόσμο και πριν από τον Έλληνα. Ζούσαν όμως και δρούσαν μπλεγμένες μεταξύ τους μέσ’ στο σκοτάδι της νύχτας.

 

Πατήστε ΕΔΩ για να γραφτείτε στο newsletter του Politically. Είναι απλό κι εύκολο να μαθαίνετε πρώτοι, πού πάνε τα πράγματα...

 

Πριν από τον Έλληνα, οι δυνάμεις όλες ήταν δαίμονες σκοτεινοί. Γι’ αυτό και οι Έλληνες διατηρήσανε την ανάμνηση των δαιμόνων, και κάθε τι το άδηλο τ’ ονομάζανε δαίμονα ή δαιμόνιο. Πριν από τον Έλληνα, οι δυνάμεις όλες ήταν τόσο μπλεγμένες μεταξύ τους, που καμιά δεν ήξερε τ’ όνομά της και τον εαυτό της. Οι Έλληνες πρώτοι, κάνοντας την ανθρωπότητα να βρει την αυγή της, ξεμπλέξανε κάτω απ’ το φως της μέρας, κάτω απ’ το φως του νομοθετικού νου, τη μια δύναμη απ’ την άλλη και ονοματίσανε το κάθε τι.

 

Έτσι ξεμπλέξανε τον άνθρωπο από το Θεό, το αντικείμενο από το υποκείμενο, το θάνατο από τη ζωή, το Μύθο από το Λόγο, την πολιτική μονάδα (την Πόλη) από τον άδηλο λαό (απ’ τους βαρβάρους) το ωραίο από το αγαθό και από το γνωστικά αληθινό, και το καθένα τους από τα δυο άλλα, ξεμπλέξανε τον φιλόσοφο από τον ποιητή, και μέσ’ στην τέχνη του ωραίου το λυρικό στοιχείο από το τραγικό, το επικό και το ειδυλλιακό, χαρήκανε μάλιστα όλες αυτές τις διακρίσεις με μια τέτοια παιδική αφέλεια, αλλά και με μια τόσο δικαιολογημένη ιερή χαρά, που το θεωρήσανε ζήτημα τιμής να μην επιτρέψουν ποτέ να ξαναμπλέξει ό,τι είχε πια ξεμπλέξει. Ο Πλάτων, απ’ όταν ένιωσε τη φιλοσοφική αποστολή μέσα του, δεν ήθελε να ‘ναι ποιητής, και νόμισε πως έπαψε στ’ αλήθεια να ‘ναι ποιητής απ’ όταν έπαψε να γράφει τραγωδίες.

 

Οι Έλληνες πρώτοι ανακαλύψανε στον κόσμο τι θα πει «διάκριση», δηλαδή ανακαλύψανε το φως. Ήρθε όμως η ώρα, που ο κόσμος θεώρησε αυτονόητο πια το φως, όπως ήταν άλλοτε αυτονόητη κι η νύχτα. Κι από την ώρα εκείνη άρχισαν να σβήνουν (ή να παραβλέπονται) οι διαχωριστικές γραμμές και οι διακρίσεις, χωρίς όμως και να ξαναγυρίσει η ανθρωπότητα στη νύχτα που επικρατούσε στον κόσμο πριν από την εμφάνιση των Ελλήνων. Άλλο πράμα είναι η νύχτα που δεν είχε ποτέ της γνωρίσει το ξημέρωμα, κι άλλο πράμα είναι η νύχτα που προϋποθέτει το φως της ημέρας, μα που δε θέλει να τηρήσει πέρα για πέρα τους νόμους του, τους νόμους των διακρίσεων.

 

Όσοι από τους νεώτερους Ευρωπαίους θελήσανε να δώσουν αισθητικές οδηγίες βασισμένοι στην αισθητική των αρχαίων Ελλήνων, πέσανε σ’ ένα λάθος που είναι ασυγχώρητο σε όσους ανθρώπους «ζουν»: δεν κατάλαβαν ότι οι καιροί έχουν αλλάξει. Ακόμα κι ο «πιο κλασικός» Ευρωπαίος έχει ρομαντικά στοιχεία μέσα του τόσο αυτονόητα και ισχυρά συνυφασμένα με την ψυχή του, που μόνο με αφύσικους ακρωτηριασμούς μπορεί να τ’ αποβάλει. Κι ο κλασικότερος λοιπόν Ευρωπαίος, αν θέλει να ‘ναι ολόκληρος, δεν πρέπει ποτέ να επιδιώξει —αφού η επιδίωξη αυτή είναι συνυφασμένη με κάτι το αφύσικο— τις απόλυτα καθαρές διακρίσεις στις ψυχικές και στις πνευματικές ροπές και εκδηλώσεις του. Ποιος μεγάλος ποιητής στη μεταχριστιανική Ευρώπη ήταν μεγάλος, χωρίς η ποίησή του νάχει ξεφύγει από τα όρια της αποστολής του αρχαίου Έλληνα ποιητή; Ποιος μεγάλος Ευρωπαίος ποιητής ήταν μεγάλος μονάχα ως Πίνδαρος, και ποιος μεγάλος Ευρωπαίος γλύπτης ήταν μεγάλος μονάχα ως πλαστικός δημιουργός, δηλαδή ως Φειδίας (χωρίς, μ’ άλλα λόγια, να ‘ναι και φυσιογνωμικός ζωγράφος ή ρομαντικός ποιητής ή παθιασμένος προφήτης ή ακόμα και αντιπλαστικώτατος μουσικός); Ο αρχαίος Έλληνας ήταν, στην ώρα του —στη μεγάλη ώρα του— εκείνος που ήταν. Εμείς θα κάναμε μεγάλο λάθος, αν θέλαμε νάμαστε, στην ώρα τη δική μας, ό,τι ήταν εκείνος, δηλαδή ό,τι απλούστατα δεν είμαστε εμείς.

 

Τη διάκριση λοιπόν που κάναμε ανάμεσα στο κλασικό και στο ρομαντικό πνεύμα, δεν τη βρίσκουμε να εκδηλώνεται, ύστερ’ από την κλασική Ελλάδα, ποτέ απόλυτα. Δεν υπάρχει στην ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος κανένας κλασικός που να μην έχει και ρομαντικά στοιχεία μέσα του (όσο κι αν θέλει να τα πνίξει ή κι αν νομίζει πως τα ‘πνιξε πέρα για πέρα). Κι ακόμα όμως λιγότερο μπορεί να υπάρχει ένας ρομαντικός που να μην έχει και κλασικά στοιχεία μέσα του. Η Ελλάς, αφού έτυχε μια φορά ν’ ανατείλει, έγινε, σαν ανατολή και φως, κάτι το αναπότρεπτο για κάθε Ευρωπαίο. Αν δεν είναι νοητός ή και θεμιτός ο Ευρωπαίος ως αρχαίος Έλληνας, δεν είναι όμως και νοητός, και βέβαια ούτε θεμιτός, χωρίς τον Έλληνα. Αν δεν είχε κι ο πιο έξαλλος ρομαντικός εραστής της νύχτας μερικά κλασικά στοιχεία μέσα του, θα χανόταν στο κενό και στο χάος, δε θα μπορούσε να εκφράσει τίποτα, δε θα μπορούσε να δώσει σε τίποτα μια μορφή αισθητά ή νοητά συλληπτή.

 

Η μορφή του λόγου, της απτής ύλης και του ήχου είναι αναγκαστικά —κι όταν ακόμα χρησιμεύει για φορεσιά σε περιεχόμενα και συναισθήματα ρομαντικά— λίγο ή πολύ κλασική. Η μορφή είναι πάντα κάτι, που λίγο ή πολύ είναι συγκεκριμένο, δεμένο, πειθαρχημένο, υποταγμένο σε αντικειμενικούς κανόνες και σε υπερπροσωπικά μέτρα. Δεν είναι νοητή μια μορφή, που να ‘ναι τόσο υποκειμενική, ώστε να μην είναι προσιτή στα μάτια κανενός. Μια τέτοια μορφή δεν είναι νοητή ούτε στην Ασία, δεν είναι νοητή ούτε σα μια προελληνική αλήθεια ζωής. Κι ακόμα λιγότερο είναι νοητή στην Ευρώπη μια τέτοια μορφή, που έγκειται στο άμορφο ως απόλυτο δεδομένο, ύστερ’ από την Ελλάδα.

 

Κι όταν ακόμα βυθίζεσαι στα πιο απρόσιτα στους άλλους σκοτεινά βάθη της υποκειμενικής σου ψυχής, δε μπορεί να ‘χεις συνείδηση του εαυτού σου, αν δεν έχεις συνείδηση και της υπερπροσωπικής κοινότητας που σ’ ενώνει με τους άλλους (έστω και μ’ ένα δεύτερο, που τον υποθέτεις ως ανύπαρκτο και που με την υπόθεση ακόμα της ανυπαρξίας του τον κάνεις να υπάρχει για σένα). Κι όταν ακόμα μονολογείς —κι ο ρομαντικός (ή μουσικός) λυρικός πάντα σχεδόν μονολογεί— ακολουθείς ορισμένα αντικειμενικά μέτρα, που σε κάνουν ν’ ακούγεσαι απ’ όλους. Εκείνος που, δίχως νάχει χάσει τη συνείδηση του εαυτού του, θέλει ν’ απαρνηθεί πέρα για πέρα κάθε υπερπροσωπικό και αντικειμενικό στοιχείο, αυτός είναι αναγκασμένος —αφού κάθε «μορφή» απαρτίζεται από τέτοια στοιχεία— να καταδικάσει τον εαυτό του στην απόλυτη σιωπή, ν’ αναχωρήσει και να πάει στην έρημο, να γίνει απόλυτος ασκητής.

 

Ο ρομαντισμός σώζεται από την τέτοιαν ακρότητα μόνο και μόνο με την ανάγκη που αισθάνεται, να εκφρασθεί και να δώσει μορφή στα όσα νιώθει μέσ’ στο απέραντο βάθος και μέσ’ στην άβυσσο που τον τραβάει. Ο ρομαντισμός ζει διαρκώς μέσα σ’ ένα μεγάλο κίνδυνο, γιατί ζει στα όρια της αυτοκαταστροφής. Αυτό είναι ακριβώς το μεγάλο θέλγητρο του ρομαντισμού» Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε, ότι για να υπάρχει το θέλγητρο —για να κινδυνεύει δηλαδή ο ρομαντικός, χωρίς και να καταστρέφεται— χρειάζεται πάντα κάποια δύναμη που να τον σώζει. Η δύναμη αυτή είναι το κλασικό στοιχείο, που και τον πιο έξαλλο ρομαντισμό σπεύδει και τον σώζει. Το κλασικό στοιχείο, στην απώτατη πηγή του, είναι συνυφασμένο με τους βασικούς υπεριστορικούς όρους ζωής του αισθητικού, ηθικού και λογικού ανθρώπου.

 

Όλες αυτές οι έννοιες και οι διακρίσεις δε μπορούν να γίνουν πέρα για πέρα νοητές, αν δεν τις ζήσουμε άμεσα μέσα στα έργα των μεγάλων δημιουργών κι αν δεν τις ξαναζήσουμε ύστερα μυστικά και με κάποιο πνευματικό δέος μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας, που, χωρίς να ‘ναι μεγάλος, είναι για τον καθένα μας ο πιο σοφός και άγρυπνος συνοδοιπόρος. Σύμφωνα με τις έννοιες του κλασικού και του ρομαντικού, που βέβαια λιγότερο σαν έννοιες και περισσότερο σαν εικόνες τις περιγράψαμε παραπάνω, ο Αυγουστίνος μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν ο πρώτος (αρκετά χτυπητός και αντιπροσωπευτικός στην παρουσία του) νεώτερος Ευρωπαίος. Μέσα στον Αυγουστίνο υπάρχουν σε μια σύνθεση αρκετά «νέα» και αρκετά «ευρωπαϊκή» και τα δυο στοιχεία, το κλασικό και το ρομαντικό.

 

Στις «Εξομολογήσεις» του, που, η πρόθεση του τίτλου τους είναι διαφορετική απ’ το σημερινό νόημα του όρου, ο Αυγουστίνος είναι ρομαντικότερος και υποκειμενικώτερος από κάθε προηγούμενο συγγραφέα, είναι όμως ταυτόχρονα κλασικά συγκρατημένος. Επίσης, χαρακτηριστικότατο είναι το ότι, στο δεύτερο μέρος του μεγάλου έργου του «Η Πολιτεία του Θεού», επιχειρεί ο Αυγουστίνος, πρώτος στον κόσμο, την αναγωγή της ιστορίας σε «σύστημα», την αναγωγή του άπειρου ιστορικού γίγνεσθαι, που οι αρχαίοι Έλληνες το έδεναν στη μορφή του λόγου μόνο και μόνο για να το αφηγηθούν ή (το πολύ-πολύ) για να το εκμεταλλευθούν ηθικά και πολιτικά, σε αντικείμενο φιλοσοφικής θέας. Το ότι η φιλοσοφία της ιστορίας, όπως την καλλιεργεί ο Αυγουστίνος, είναι καθαρά θεολογική, δεν έχει σημασία. Κι αν δεν είναι ο Αυγουστίνος ο ιδρυτής της φιλοσοφίας της ιστορίας, με το να ιδρύσει πάντως τη «θεολογία» της ιστορίας έκανε κάτι, που είναι χαρακτηριστικό για τον επηρεασμένο απ’ το Χριστιανισμό Ευρωπαίο. Ο καθαρός κλασικός τύπος δε ζητούσε ποτέ στα σχετικά και τα άπειρα —όπως είναι η ιστορία των ανθρώπων— την εικόνα του απόλυτου. Για τον Έλληνα, «απόλυτο» ήταν μόνο το τέλειο και το πεπερασμένο, η μορφή και το αναλλοίωτο.

 

Ο Ιουδαίος, απ’ την άλλη μεριά, χανότανε, βογκώντας και προφητεύοντας, μέσα στο χάος (στα πάθη και παθήματα) της ιστορίας. Ο σύνθετος Ευρωπαίος βυθίζεται και στο άπειρο (στην ιστορία ή στην ψυχική ζωή του ατόμου) αλλά κρατιέται κι από γερές μορφές και πέρατα, από κορμιά και επιφάνειες, απ’ το ελληνικό φως και το ελληνικό μέτρο. Κι αυτό το βλέπουμε για πρώτη φορά —αρκετά χαρακτηριστικά— στον Αυγουστίνο, που, βυθίζοντας το πνεύμα του στη ζωή της ατομικής του ψυχής ή και στο άπειρο της ιστορίας, μιμήθηκε τους Ιουδαίους, μα που, ανεβάζοντας το ατομικό χάος και το ιστορικό άπειρο στο φως της «θεωρίας», μιμήθηκε τους Έλληνες. Η τάση βέβαια του Αυγουστίνου είναι περισσότερο ρομαντική και λιγότερο κλασική. Χαρακτηριστικότατο είναι το ότι, στο εξαίσιο έργο του «Περί μουσικής», βλέπει το σύμπαν και το χρόνο σα μουσική, μ’ άλλα λόγια «ακούει» το σύμπαν, «ακούει» το χρόνο. Και στο έργο του, που είναι αφιερωμένο στο πρόβλημα της βουλητικής ελευθερίας, ανάγει την ομορφιά —κι αυτή την ομορφιά της «μορφής»— σε κάτι το άυλο και άπειρο, στους αριθμούς. «Παρατηρήστε», λέει ο Αυγουστίνος, «σ’ ένα σώμα την ομορφιά της μορφής: είναι οι αριθμοί, που κατέχουν το χώρο.

 

Παρατηρήστε την ομορφιά στην κίνησή του: είναι οι αριθμοί, που δρουν μέσα στο χρόνο». Δεν είναι όμως οι φράσεις αυτές, αν και ρομαντικότατες, ταυτόχρονα ελληνικές; Ποιος προφήτης της Ιουδαίας θα μιλούσε τόσο «θεωρητικά»; Ο Αυγουστίνος προϋποθέτει την Ελλάδα. Κι οι πιο ακραίες εκδηλώσεις του «ανθελληνικού» ρομαντισμού του δεν ξεφεύγουν από το μέτρο του φωτεινού λόγου, δεν ξεφεύγουν απ’ την κυρίαρχη και καθαρά «θεωρητική» (λογικά και αισθητικά μορφοποιητική) στάση. Το έργο του Αυγουστίνου «Η Πολιτεία του Θεού» τελειώνει με τρεις φράσεις που δείχνουν πολύ χαρακτηριστικά τη θεωρητική και μορφοποιητική στάση του και στο κυνήγημα ακόμα του άπειρου. Ο «ανθελληνισμός» του είναι κι αυτός ελληνικός, γιατί ο Ευρωπαίος προϋποθέτει και στις πιο ακραίες ρομαντικές οδοιπορίες του το ελληνικό φως, την κλασική βούληση. Μιλώντας ο Αυγουστίνος για την αιώνια ανάπαυση στους κόλπους του Θεού, τελειώνει το έργο του με τις φράσεις: «Εκεί θα είμαστε απαλλαγμένοι από κάθε εργασία και θα ενατενίζουμε, θα ενατενίζουμε και θ’ αγαπάμε, θ’ αγαπάμε και θα υμνούμε. Και στο τέλος θάναι τούτο δίχως τέλος. Γιατί ποιος άλλος είναι τάχα ο σκοπός μας, από το να φτάσουμε στο κράτος εκείνο όπου δεν υπάρχει τέλος;»...

(*) Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Οικονομία και ανάπτυξη- η έρευνα της Καπα Research που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση του ΡΕΥΜΑτος

 

Πώς οι ελληνικές επιχειρήσεις θα συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση της χώρας

 

Πλάτων Μαρλαφέκας: Πώς η πρωτοβουλία ΕΛΛΑ-ΔΙΚΑ ΜΑΣ προάγει την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας

 

Άγις Πιστιόλας: Τι σημαίνει το τρίπτυχο "παραγωγή, έδρα, ιδιοκτησία";

 

Μανώλης Αγγελάκας: Τι περιμένουν από την Πολιτεία και την κοινωνία οι ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις;

 

Πάθος για την Ελλάδα: Η ομιλία του Θανάση Σκορδά

 

Η κίνηση της πατριωτικής οικονομίας 

Γράψτε την άποψή σας

Politically Newsletter

Κάντε κλικ εδώ για να εγγραφείτε στο newsletter μας

Δημοφιλέστερα άρθρα

Τι σημαίνει για τον κόσμο η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ

Ούτε μια «συγνώμη» δεν θα ακουστεί για το Βατοπέδι;

Ποιος έφερε και ποιος διατηρεί τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία;

Πώς ένας φθαρμένος, αυταρχικός πολιτικός επιβίωσε ενός καλά οργανωμένου πραξικοπήματος

Πρέπει να παραδώσουμε τους Τούρκους πραξικοπηματίες, ή όχι;

Η πραγματική επιδίωξη του Τσίπρα από το χθεσινό διάγγελμα

Τι ακριβώς σημαίνει «τίποτα δεν θα σταματήσει την κυβέρνηση», κυρία Γεροβασίλη;

Η Ευρώπη από την αρχή, τώρα!

Με κάλπες θα απαντήσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε μια δυσμενή απόφαση της Δικαιοσύνης για τα κανάλια!

Η Μεγάλη Ληστεία της Ελλάδας 1981-2011

Η εκλογή Τραμπ και η αδυναμία των Ελλήνων πολιτικών να καταλάβουν τι συνέβη...

Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ... κι εκεί...

Γι αυτούς τους πέντε λόγους, η προεδρία Τραμπ θα είναι καταπληκτική

Πάει κι αυτή η ευκαιρία...

Όλη η αλήθεια για το έλλειμμα του 2009 σε πέντε ερωτήσεις- απαντήσεις

all rights reserved | developed & hosted by Jetnet ©